3.13.2012

there's no quest

είναι κλισέ να γράφεις δίπλα στο τζάκι; υπό το φως της φωτιάς;
εγώ θα το πω μεταμοντέρνο, γιατί βρωμάω και το αριστερό μου χέρι καίγεται. 

Δεν αλλάζω κανάλι. Η τηλεόραση βουίζει, είναι παλιά και θέλει αλλαγή.
Το δάπεδο είναι ζεστό και με βολεύει. 
Λίγα μέτρα, σε ένα διπλανό σπίτι, κάποιος πεθαίνει αργά μέσα στην απόλυτη μιζέρια. Ακόμη και εκεί όμως, οι γιοί του κλαίνε όταν φεύγουν. Ξέρουν πως τον βλέπουν για τελευταία φορά. Η μούχλα και η ομίχλη καλύπτουν τα πάντα. Ο αέρας είναι νερό. Σε δυσκολεύει, δεν θες να βγεις έξω. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να παρελαύνουν για να αποχαιρετήσουν και να δούν ότι έχει μείνει από αυτόν.

Απομακρύνθηκα από τη φωτιά γιατί το χέρι μου κάηκε. 
δεν σκέφτομαι κανέναν τώρα. 

Έτσι έμεινα και την υπόλοιπη μέρα. Χωρίς να γεμίζω το κεφάλι μου, ακόμη και όταν έφυγα και είδα κόσμο.




















δεν ήταν οι πληρωμές και το τέλος, η κρίση.
και πέρα από λυγμούς αποχαιρετισμού, οι παράξενες ματιές της κούρασης
τα παιδιά σαν μάγοι από πλευρές του κόσμου σε υποχρέωσαν να νιώσεις 
την ώρα που νιώθεις μονάχα πόνο
και παρακαλάς για λύτρωση
από ψεύτικα βραχιόλια με μαγνήτες της αγοράς,
η σκελετωμένη γυναίκα δίπλα σου μοιράζει χαμόγελα
τι να θέλει;
λες όπως και εσύ, έτσι κ εκείνη να εύχεται να φύγεις απόψε;
θα θαφτεί και αυτή μαζί σου μην ανησυχείς, θα πεθάνει-πεθαίνει για σένα
έτσι όπως όρισες
τώρα τα χέρια σου είναι κόκαλα σκέτα και δεν σε κρατάνε

μόνο μάτια θλίψης είχα να σου δώσω
και θύμωσα στη μάνα μου που μ' έκανε να σε δω
λυπάμαι ακόμη/ακόμη και αν δεν σε σκέφτομαι.
 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου